Η ανορθογραφία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού στην Ελλάδα (Αρχιτεκτονικά Νέα 15)
Τα αρχιτεκτονικά νέα που θα ήθελε να διαβάζει ο Γιώργος Ατσαλάκης αν δεν ήταν αρχιτέκτονας

Τυπική άποψη της Αθήνας από ψηλά.
(Φωτογραφία: Onassis Stegi)
Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για την Αρχιτεκτονική στις πόλεις μας; Μια νομική ανορθογραφία από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα στη χώρα μας, δίνει εξίσου σε Αρχιτέκτονες Μηχανικούς και Πολιτικούς Μηχανικούς τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό κτιρίων. Όμως, η Αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο ένα ζήτημα στατικής επάρκειας, αλλά και η σκηνοθεσία της ανθρώπινης χωρικής εμπειρίας. Πώς πρέπει να πορευτούν Αρχιτέκτονες και Πολιτικοί Μηχανικοί στο μέλλον;
Επιμέλεια: Γιώργος Ατσαλάκης / Scapearchitecture
Μια δικαιολογημένη ανορθογραφία
Στην Ελλάδα διαιωνίζεται μια ιστορική νομική ιδιαιτερότητα, η οποία επιτρέπει σε δύο ριζικά διαφορετικές, αν και απολύτως συμπληρωματικές επιστήμες – αυτή των Αρχιτεκτόνων Μηχανικών και αυτή των Πολιτικών Μηχανικών – να εμφανίζονται επικαλυπτόμενες. Το αποτέλεσμα είναι να επιτρέπεται δια νόμου σε Πολιτικούς Μηχανικούς να αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό κάθε είδους κτιρίων. Πρόκειται για μια επικάλυψη που δημιουργεί δικαιολογημένη σύγχιση. Δεν είναι λίγες οι φορές που συζητήσεις, είτε στη δημόσια είτε στην ιδιωτική σφαίρα, καταλήγουν στο γνώριμο ερώτημα: «Δηλαδή, εσείς οι αρχιτέκτονες τι διαφορά έχετε από τους πολιτικούς μηχανικούς;». Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί αφορμή για αντιπαράθεση, αλλά αφετηρία για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε ως εδώ και γιατί αυτή η συνθήκη δεν εξυπηρετεί πια κανέναν.
Η ιστορία ξεκινά πάνω από έναν αιώνα πίσω. Οι ανάγκες παραγωγής κτιριακού έργου στη χώρα ήταν τεράστιες, και οι διαθέσιμοι Αρχιτέκτονες ελάχιστοι. Σε εκείνη την κρίσιμη συγκυρία, δόθηκαν δικαιώματα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού στους Πολιτικούς Μηχανικούς για να μπορέσει η χώρα να ανοικοδομηθεί. Το νομικό πλαίσιο υπαγορεύτηκε από μια επιτακτική εθνική ανάγκη. Σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, καθώς η πληθυσμιακή αναλογία των δύο κλάδων έχει εξισορροπηθεί. Παρόλα αυτά, η πρόσφατη νομοθεσία, ενώ αναγνωρίζει την εξειδίκευση των Αρχιτεκτόνων, εξακολουθεί να διατηρεί αυτή την ιστορική ανορθογραφία σε ισχύ. Το ερώτημα είναι απλό: ωφελεί τελικά αυτή η πρακτική το δομημένο περιβάλλον και τις ίδιες τις επιστήμες μας;

Aρχιτεκτονική χωρίς ανορθογραφίες: το συγκρότημα 8-House (BIG) στην Κοπεγχάγη, και η θέα προς το βιότοπο Amager. (Φωτογραφία: Γιώργος Ατσαλάκης, περισσότερα στα Αρχιτεκτονικά Νέα 3)
Διακριτοί ρόλοι, αμοιβαίος σεβασμός
Για να απαντηθεί αυτό, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: o ρόλος του Πολιτικού Μηχανικού στην κατασκευή ενός κτιριακού έργου είναι θεμελιώδης. Η ικανότητά του να εγγυάται τη στατική επάρκεια ενός κτιρίου απέναντι στον χρόνο, τα μεταβαλλόμενα φορτία και τους σεισμούς, είναι μεγάλη και απαιτητική ευθύνη. Ακριβώς επειδή ο ρόλος τους είναι τόσο ζωτικής σημασίας και η επιστήμη τους απαιτεί απόλυτη αφοσίωση στους κανόνες της επιστήμης τους, είναι μάλλον άδικο και παράλογο το νομικό πλαίσιο να τους επιβαρύνει επιπλέον και με την ευθύνη της Αρχιτεκτονικής και της εικόνας του χώρου της Πόλης.
Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός δεν είναι απλώς διευθέτηση χώρων. Προϋποθέτει ένα διαφορετικό, πολυσυλλεκτικό γνωστικό υπόβαθρο που συνθέτει τις θετικές επιστήμες με τις τέχνες, την ιστορία, την κοινωνιολογία και την ψυχολογία του χώρου. Ο Αρχιτέκτονας Μηχανικός εκπαιδεύεται για χρόνια ώστε να διαχειρίζεται το φως, να ερμηνεύει το τοπίο και να σκηνοθετεί την ανθρώπινη εμπειρία. Το πρόγραμμα σπουδών του είναι δομημένο ακριβώς πάνω σε αυτή την πολυπλοκότητα.
Από την άλλη πλευρά, το πρόγραμμα σπουδών του Πολιτικού Μηχανικού είναι απολύτως λογικά και ορθά δομημένο γύρω από την αντοχή, την ασφάλεια και τη βελτιστοποίηση της κατασκευής. Είναι αδύνατον (και εις βάρος της εξειδίκευσης) να ζητάμε από τον ίδιο επαγγελματία να κατέχει ταυτόχρονα, στο ίδιο βάθος, τη δομική μηχανική και την ποιητική του χώρου. Όπως ακριβώς δεν θα περιμέναμε από έναν κορυφαίο ορθοπεδικό χειρουργό να μας ράψει ένα κομψό ρούχο στα μέτρα μας, παρότι γνωρίζει το ανθρώπινο σώμα καλύτερα από οποιονδήποτε ράφτη. Και οι δύο προσεγγίζουν το ίδιο σώμα, αλλά με διαφορετικό σκοπό. Η συνύπαρξή τους είναι αρμονική, ακριβώς επειδή κανείς δεν υποκαθιστά τη βαθιά γνώση του άλλου.

Aρχιτεκτονική χωρίς ανορθογραφίες: η υπόσκαφη γκαλερί στο Château Le Coste (Renzo Piano), με τη μεμβράνη της οροφής ευθυγραμμισμένη με τα αμπέλια. (Φωτογραφία: RPBW, περισσότερα στα Αρχιτεκτονικά Νέα 4)
Το βάρος της ευθύνης
Στην Ελλάδα, ο επίσημος τίτλος είναι «Αρχιτέκτων Μηχανικός». Μεταξύ άλλων, ο Αρχιτέκτονας διδάσκεται Δομική Μηχανική και Αντοχή Υλικών, διαθέτοντας τη θεωρητική επιστημονική επάρκεια να επιλύσει στατικά ένα κτίριο. Μέσα από αυτή τη διδαχή καλλιεργεί το στατικό του αίσθημα. Το γεγονός ότι στην καθημερινή πρακτική οι Αρχιτέκτονες παραχωρούν τη στατική επίλυση των κτιρίων τους στους Πολιτικούς Μηχανικούς, δεν είναι αδυναμία. Είναι μια συνειδητή πράξη αναγνώρισης πως ο Πολιτικός Μηχανικός κατέχει αυτό το κρίσιμο αντικείμενο σε ασύγκριτα μεγαλύτερο βάθος.
Αυτός ο σεβασμός στην εξειδίκευση οφείλει να είναι αμφίδρομος και αμοιβαίος. Η βασική επαφή με το αρχιτεκτονικό σχέδιο που προσφέρουν οι σχολές Πολιτικών Μηχανικών είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαρκή επικοινωνία των δύο κλάδων στο εργοτάξιο. Όμως δεν καλλιεργεί αρχιτεκτονικό κριτήριο, παρά μόνο μια γλώσσα επικοινωνίας με την Αρχιτεκτονική. Ωστόσο, το να γνωρίζεις να διαβάζεις τις νότες μιας παρτιτούρας – όσο απαραίτητο κι αν είναι για την εκτέλεση του έργου – δεν σε καθιστά αυτόματα συνθέτη.

Aρχιτεκτονική χωρίς ανορθογραφίες: η υπόσκαφη κατοικία στο Monsaraz (Aires Mateus), μια ολόσωμη κατασκευή από μπετόν πλήρως ενταγμένη στο τοπίο. (Φωτογραφία:João Guimarães, περισσότερα στα Αρχιτεκτονικά Νέα 5)
Η θεμελιώδης διαφορά
Πέρα από τους επίσημους τίτλους, υπάρχει και μια βαθύτερη, ειδοποιός διαφορά των δύο αντικειμένων. Η στατική επίλυση ενός κτιρίου είναι επί της ουσίας μια καθησυχαστικά γραμμική διαδικασία επαλήθευσης και ασφάλειας που διέπεται από αυστηρούς κανόνες: δεδομένα, υπολογισμός, αποτέλεσμα. Υπάρχει το σωστό (το στατικά ασφαλές) και το λάθος (το στατικά επισφαλές). Αντίθετα, η αρχιτεκτονική σύνθεση είναι μια πολυπαραμετρική εξίσωση που δεν διαθέτει μία και μοναδική σωστή επίλυση. Η απάντηση σε ένα δεδομένο αρχιτεκτονικό ζητούμενο δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη. Είναι μια ρευστή στιγμή που οι αυστηρές τεχνικές προδιαγραφές, η κοινωνική συνθήκη, η τεχνολογία και ο Τόπος διασταυρώνονται με το προσωπικό όραμα του Αρχιτέκτονα που σχεδιάζει. Αυτή ακριβώς η ελευθερία, η πολλαπλότητα των πιθανών, εξίσου έγκυρων χωρικών επιλύσεων, είναι μια συνθήκη εκ των πραγμάτων διαφορετική από αυτή ενός Πολιτικού Μηχανικού ο οποίος αναζητά τη μία και μοναδική αλήθεια, την ακλόνητη βεβαιότητα. Μια τόσο μονοσήμαντη προσέγγιση μπορεί να δώσει την απάντηση για τον επαρκή οπλισμό μιας δοκού, αλλά δεν αρκεί για να παράξει χώρο.
Ακόμα και στις καθαρά χρηστικές υποδομές, όπως οι γέφυρες ή οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις, η Αρχιτεκτονική οφείλει να είναι παρούσα. Διότι κάθε κατασκευή, όσο και θα ήθελε να απεκδυθεί κάθε σχέσης με την Αρχιτεκτονική, ρίχνει τη σκιά της στο τοπίο – αστικό ή φυσικό. Ο τρόπος που ένα βιομηχανικό κέλυφος συνομιλεί με τον ορίζοντα δεν είναι απλώς μια άσκηση αντοχής υλικών. Όταν ο υπολογισμός των φορτίων αφήνεται μόνος του να καθορίσει τη μορφή, το αποτέλεσμα στέκεται με ασφάλεια, αλλά συχνά υστερεί στην κλίμακα και την ένταξή του στον χώρο.

Aρχιτεκτονική χωρίς ανορθογραφίες: λεπτομέρεια από τα Λουτρά Βαλς (Peter Zumthor) στην Ελβετία. Ένα κτίριο σκαμμένο στο βράχο, που προκύπτει ως αρνητικός χώρος. (Φωτογραφία: Christopher Carlson, περισσότερα στα Αρχιτεκτονικά Νέα 8)
Η ορχήστρα της κατασκευής
Στην εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία παραγωγής ενός κτιριακού έργου, απαιτείται μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα ετερόκλητων ειδικοτήτων. Σε αυτήν, ο Αρχιτέκτονας καλείται από τη φύση της επιστήμης του να αναλάβει τον ρόλο του μαέστρου, του πρώτου μεταξύ ίσων, τόσο στην πίεση του σχεδιαστηρίου όσο και στη σκόνη του εργοταξίου. Είναι εκείνος που συλλαμβάνει τη δομή και τις αναλογίες του χώρου, πριν ο Πολιτικός Μηχανικός αναλάβει το ρόλο του να κάνει αυτό το όραμα στατικά επαρκές. Σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας, ο Πολιτικός Μηχανικός εντοπίζει τις στατικές αδυναμίες της επίλυσης και ο Αρχιτέκτονας επανασχεδιάζει, διασώζοντας την κεντρική ιδέα. Μία συνεχής ανταλλαγή μέχρι την ολοκλήρωση του έργου.
Στο παρελθόν, όταν οι συνθήκες μας οδήγησαν στην παραγωγή κτισμένου περιβάλλοντος παραγωγή με την Αρχιτεκτονική απούσα, το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στις πόλεις μας με απρόσωπα κτίρια, σχεδιασμένα με μια μονοσήμαντη και αυστηρά εργολαβική κατασκευαστική λογική. Στατικά, αυτά τα κτίρια μπορεί να στέκονται ακόμα απέναντι στον χρόνο και τους σεισμούς, αποδεικνύοντας την άρτια δουλειά των Πολιτικών Μηχανικών που τα μελέτησαν. Ωστόσο, μας υπενθυμίζουν με σκληρό τρόπο ότι η κατασκευαστική επάρκεια από μόνη της δεν δημιουργεί Αρχιτεκτονική. Ένα στατικά επαρκές κέλυφος δεν αποτελεί αυτομάτως έναν αρχιτεκτονικά επαρκή χώρο.
Ίσως ήρθε πια ο καιρός να αποφορτιστούν οι Πολιτικοί Μηχανικοί από το βάρος μιας ευθύνης που δεν θα έπρεπε να τους αναλογεί. Να αφεθούν απερίσπαστοι να εργάζονται στο νευραλγικό τους πεδίο: την ασφάλεια και την καινοτομία των κατασκευών. Και επιτέλους να αποκατασταθεί ο ρόλος του Αρχιτέκτονα στον σχεδιασμό του χώρου. Η συνεργασία ανάμεσα σε Αρχιτέκτονες και Πολιτικούς Μηχανικούς είναι και θα παραμείνει η μόνη οδός για πόλεις ανθεκτικές και ανθρώπινες. Απλώς, ο καθένας πρέπει να γράφει το κεφάλαιο που γνωρίζει καλύτερα. Και στον σχεδιασμό του χώρου, την παρτιτούρα οφείλει να γράφει ο Αρχιτέκτονας.

Aρχιτεκτονική χωρίς ανορθογραφίες: το κτίριο της Tod’s στη Λεωφόρο Omotesando στο Τόκυο από τον Toyo Ito. Το φέρον σύστημα με τα περιμετρικά δεντρόμορφα υποστυλώματα είχε ενσωματωθεί στην ιδέα του κτιρίου πολύ πριν την συνεισφορά πολιτικού μηχανικού στη μελέτη του. (Φωτογραφία: Toyo Ito, περισσότερα στα Αρχιτεκτονικά Νέα 9)
ΥΓ: Η παραπομπή σε παραδείγματα κτιρίων από παλιότερα Αρχιτεκτονικά Νέα έγινε για να υπογραμμίσει την – ελπίζουμε προφανή – σχέση του σημερινού θέματος με όλη την προηγούμενη θεματολογία της στήλης.