Γράφει η Μαρία Κουτουζή.

Με αυτόν τον τίτλο θα μπορούσαμε να αποτυπώσουμε τον απόηχο των εαρινών συνόδων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας που πραγματοποιήθηκαν από τις 13 έως τις 18 Απριλίου 2026 και είχαν ρεκόρ συμμετοχής. Παρότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν διαδοχικές κρίσεις τα τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι ο προβληματισμός ήταν πιο έντονος αυτή τη φορά. Αναγνωρίστηκε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις αποτελούν τη νέα κανονικότητα και καθώς η παγκόσμια οικονομία δοκιμάζεται για άλλη μια φορά, η αβεβαιότητα για την προοπτική της και τη χάραξη πολιτικής έχει καταστεί βέβαιη.

Το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στην πρόκληση του δημοσίου χρέους, στις καταλληλότερες πολιτικές για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού, στις ευκαιρίες και προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και στις μεταρρυθμίσεις ποσοστώσεων και διακυβέρνησης του ΔΝΤ και λοιπά τεχνικά θέματα.

Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την οικονομική ζημία που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ο οποίος σταμάτησε τη δυναμική που επέδειξε η παγκόσμια οικονομία στα τέλη του περασμένου έτους. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμέναμε τις προβλέψεις του ΔΝΤ για τα κυριότερα μακροοικονομικά μεγέθη. Στην έκθεσή του για την προοπτική της παγκόσμιας οικονομίας με τίτλο ‘Η παγκόσμια οικονομία στη σκιά του πολέμου που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της συνόδου, το ΔΝΤ σκιαγραφεί σενάρια. Τονίζει ότι ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη και στον πληθωρισμό θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της διακοπής εφοδιασμού και από την κλίμακα των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο. Υπογραμμίστηκε ότι η ενεργειακή κρίση από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή αποτελεί σοβαρή απειλή για την παγκόσμια οικονομία, ακόμη και αν η σύγκρουση τελειώσει άμεσα. Το ΔΝΤ προβλέπει σχετικά μέτρια επίπτωση για την παγκόσμια οικονομία και τον πληθωρισμό στο σενάριο που ο πόλεμος έχει βραχύβια διάρκεια, αναθεωρώντας καθοδικά την πρόβλεψή του για τον ρυθμό παγκόσμιας ανάπτυξης το 2026 στο 3,1%. Ωστόσο, με κάθε ημέρα που περνάει και δεν βρίσκεται βιώσιμη λύση, αυξάνονται οι κίνδυνοι ότι θα καταλήξουμε σε ένα πιο δυσμενές σενάριο. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί στο 2%, το οποίο αποτελεί το όριο για ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας. Ο αντίκτυπος είναι εξαιρετικά ασύμμετρος, με τις χώρες που εισάγουν ενέργεια και έχουν περιορισμένο χώρο πολιτικής να δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα δεσμεύτηκαν να χορηγήσουν συνολικά έως και 150 δισεκατομμύρια δολάρια στις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκε για μία ακόμη φορά η πρόκληση του υψηλού δημοσίου χρέους, καθώς το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει το 100% του ΑΕΠ έως το 2029, ένα χρόνο νωρίτερα από ό,τι είχε προβλεφθεί τον Απρίλιο του 2025. Πρόκειται για ένα επίπεδο που δεν έχει παρατηρηθεί από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έντονος ήταν ο προβληματισμός για τη διαχείριση του χρέους η οποία έχει πλέον γίνει πολύ περίπλοκη.

Στο μήνυμά του προς τις κυβερνήσεις, το ΔΝΤ επανέλαβε τη γνωστή ρητορική του ότι τα μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι προσωρινά και καλά στοχευμένα. Προειδοποίησε για μία ακόμη φορά ότι το υψηλό και αυξανόμενο δημόσιο χρέος περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο και αφήνει ελάχιστα περιθώρια για μέτρα στήριξης ευρείας βάσης. Επισήμανε ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τις κυβερνήσεις για να βοηθήσει στον σχεδιασμό πολιτικών που είναι δημοσιονομικά συνετές και στοχευμένες στις πιο ευάλωτες ομάδες. Κάλεσε τις κυβερνήσεις να υιοθετήσουν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας και τόνισε τη σημασία της ενεργειακής διαφοροποίησης.

Αναφορά έγινε και στην αναγκαιότητα να δημιουργήσουν ξανά δημοσιονομικά αποθέματα μόλις σταθεροποιηθούν οι συνθήκες, καθώς τα περιθώρια αντίδρασης σε μια επόμενη κρίση έχουν ουσιαστικά εξανεμιστεί. Υπογραμμίστηκε η αναγκαιότητα επανεξέτασης των πολιτικών με το βλέμμα στραμμένο στις ευρύτερες δυνάμεις που επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία, από τη γεωπολιτική και το εμπόριο έως την τεχνολογία, τα δημογραφικά στοιχεία και το κλίμα. Οι αξιωματούχοι αναγνώρισαν ότι σε ένα πιο κατακερματισμένο και δημοσιονομικά περιορισμένο παγκόσμιο τοπίο απαιτούνται προσαρμόσιμες πολιτικές που υποστηρίζονται από αξιόπιστα πλαίσια και διεθνή συνεργασία.

Τα φώτα στράφηκαν κυρίως στις συναντήσεις του ΔΝΤ, ωστόσο στις παράλληλες συναντήσεις της   Παγκόσμιας Τράπεζας το κυρίαρχο θέμα ήταν η δημιουργία θέσεων εργασίας σε μεγάλη κλίμακα, με έμφαση στην ποιότητα. Οι εξελίξεις τα τελευταία έτη έχουν μετατρέψει τις συνόδους σε συναντήσεις διαχείρισης κρίσεων εις βάρος της προόδου σε ζητήματα όπως η βιωσιμότητα του χρέους, η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική αλλαγή, οι δημογραφικές εξελίξεις, οι παγκόσμιες ανισορροπίες, η παραγωγικότητα, οι ανισότητες, η βιώσιμη ανάπτυξη και η ευημερία. Ευελπιστούμε στην Ταϊλάνδη, που θα φιλοξενήσει τις ετήσιες συναντήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Οκτώβριο, οι συνθήκες να έχουν αλλάξει. Κρίνουμε ενθαρρυντικό ότι στη διεθνή πολιτική συζήτηση αναγνωρίζεται πως η ευημερία εξαρτάται από έναν πιο στενό συνδυασμό αποτελεσματικότητας, αξιόπιστων θεσμών και συνεργασίας για τη χάραξη πολιτικής. Οι επόμενοι μήνες θα δοκιμάσουν την αποφασιστικότητα των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής.