Ελευθέριος Βενιζέλος: Το κράτος αλλιώς
Φέτος, υμπληρώθηκαν 90 χρόνια από τον θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Με αφορμή ένα πολύ ιδιαίτερο έκθεμα στο Μουσείο Μπενάκη που δώρισε ο Παύλος Γερουλάνος στο μουσείο, του ζητήσαμε να μας γράψει τι εμπνέει τον ίδιο, ως πολίτη και πολιτικό από την κληρονομιά του μεγάλου Έλληνα πολιτικού.

Καρφίτσα σε σχήμα άστρου του Δαυίδ με φωτογραφία του Βενιζέλου από την Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης. Μουσείο Μπενάκη, Δωρεά Παύλου Γερουλάνου.
Γράφει ο Παύλος Γερουλάνος*
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαμόρφωσε τη σύγχρονη Ελλάδα όσο κανένας άλλος. Ανέλαβε την πατρίδα του εξαντλημένη από τους εχθρούς της και εξαρτημένη – σε επίπεδο υποτέλειας – από τους συμμάχους της, και την ανέδειξε ως περιφερειακή δύναμη που μπορούσε να σταθεί στις δικές της δυνάμεις. Ταχύτατα κατάλαβε ότι για να πετύχει αυτόν τον στόχο έπρεπε να αντιληφθεί το κράτος και τη λειτουργία του αλλιώς και έτσι ξεκίνησε μια σειρά μεταρρυθμίσεων που έδωσαν στην Ελλάδα τη σύγχρονη μορφή της. Είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι το στίγμα του στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους είναι μοναδικό και δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν άλλον πολιτικό.
Αναλύοντας μια σειρά μεταρρυθμίσεων που εφάρμοσε, αναδεικνύονται τρία διδάγματα τα οποία χρησιμεύουν για την Ελλάδα σήμερα: Πρώτο, ότι η οικονομική ενίσχυση της χώρας και η ενδυνάμωση της μεσαίας τάξης δεν θα έρθει από χρήματα που έρχονται από το εξωτερικό αλλά από μια ριζοσπαστική αλλαγή στη δομή της διοίκησής της. Δεύτερο, αυτή η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη η χώρα στον τρόπο διοίκησής της, προϋποθέτει ένα όραμα για την Ελλάδα και τον ρόλο της διεθνώς και περιφερειακά. Και τρίτο, ότι η ποιότητα κάθε μεταρρύθμισης κρίνεται από τη θεσμική και κοινωνική της κατοχύρωση και όχι από την ταχύτητα της εφαρμογής της.
Με τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 1911, ο Βενιζέλος θέσπισε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών λειτουργών. Με αυτές τις αλλαγές, διέλυσε την παράδοση διοικητικής αυθαιρεσίας και δημιούργησε ένα κράτος το οποίο θα μπορούσε να συσσωρεύσει γνώση και εμπειρία πάνω στο εκάστοτε αντικείμενο. Αντί το κράτος να αλλάζει μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση, τώρα μπορούσε να χτίζει, να κρίνει και να αλλάζει γραφειοκρατικές διαδικασίες για να υπηρετεί καλύτερα τον σκοπό του.
Αναγνωρίζοντας ότι το κράτος μιλούσε διαφορετική γλώσσα από τους πολίτες του, προχώρησε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917, όπου θέσπισε τη δημοτική ως γλώσσα διδασκαλίας στο δημοτικό σχολείο. Πήρε αρκετά χρόνια για να εδραιωθεί η δημοτική ως γλώσσα του κράτους, αλλά κινητήριος δύναμη στην απόφαση του Βενιζέλου ήταν η αντίληψη ότι ο σκοπός του κράτους είναι πρωτίστως να βρίσκεται στην υπηρεσία του πολίτη και όχι το αντίθετο, όπου κάποιος πρέπει να μάθει μια άλλη γλώσσα ή να έχει μια διαφορετική συμπεριφορά για να μπορέσει να συνδιαλλαγεί με τη γραφειοκρατία.
Κατάλαβε γρήγορα ότι η ενδυνάμωση της χώρας εξαρτιόταν από την ενδυνάμωση των πολιτών της. Αυτό σήμαινε και την απελευθέρωσή τους από κάθε μορφής καταπίεσης. Με αυτό το σκεπτικό, προχώρησε την ίδια χρονιά, στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1917. Για τον Βενιζέλο, η χειραγώγηση του αγρότη από τον τσιφλικά εμπόδιζε την αποδοτικότητα της παραγωγής και την κοινωνική κινητικότητα και απαιτούσε την αποσυγκέντρωση της «φεουδαρχικής» ιδιοκτησίας γης.
Η Μεγάλη Ιδέα απαιτούσε μεγάλες μεταρρυθμίσεις και στη λειτουργία του στρατεύματος, κάτι το οποίο ο Βενιζέλος κατάφερε με ιδιαίτερα η επιτυχία, αλλά μετά το τέλος της, οι μεταρρυθμίσεις του επικεντρώθηκαν στην απελευθέρωση των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων της πατρίδας. Στη δεύτερη περίοδο και τελευταία τετραετία του Βενιζέλου, 1928-1932 στόχοι του ήταν η αποκατάσταση των προσφύγων, η οικονομική ανάπτυξη, η εκπαίδευση και η κατασκευή σχολείων. Υπολογίζεται ότι μέσα σε εκείνη την τετραετία κατασκευάστηκαν περίπου όσα σχολεία είχαν κατασκευαστεί από τις αρχές του ελληνικού κράτους.
Οι μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας 1910‑1920 εφαρμόστηκαν με συγκρούσεις. Οι αντιδράσεις του τότε πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου ήταν τόσο ισχυρές, ώστε πολλές αλλαγές ολοκληρώθηκαν είτε στη δεύτερη θητεία του Βενιζέλου, είτε μετά τον θάνατό του. Όμως, έστω και μετά από λίγα χρόνια θεσμοθετήθηκε και η αγροτική μεταρρύθμιση και η δημοτική γλώσσα και είναι σήμερα κατοχυρωμένες πλήρως στο κράτος και στην κοινωνία.

Η προθήκη στον 3ο όροφο του Μουσείου Μπενάκη όπου βρίσκεται η καρφίτσα μαζί με άλλα ενθύμια εμπνευσμένα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Προφανώς, η εποχή του Βενιζέλου είναι δύσκολο να συγκριθεί με τη σημερινή κυρίως λόγω του κινδύνου Εθνικής κατάρρευσης, κάτι που η σύγχρονη Ελλάδα έχει αποφύγει μέσα από την ένταξη και τη διατήρησή της ως μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας. Όμως διαχρονικές παθογένειες, που μικρά και μεγάλα συμφέροντα υπερασπίζονται, οδήγησαν τη χώρα σε οικονομική κατάρρευση και σήμερα σε απόλυτη απαξίωση των πολιτών στο κράτος και τους θεσμούς. Έχει εδραιωθεί πλέον ευρέως η άποψη ότι το κράτος αποτελεί κίνδυνο για τον πολίτη και εξυπηρετεί μόνο όσους έχουν πρόσβαση, με αποτέλεσμα ο πολίτης να νιώθει απομονωμένος, ανυπεράσπιστος και ανήμπορος να κάνει πράξη τις φιλοδοξίες του. Τόσο εμποτισμένο είναι το έλλειμα εμπιστοσύνης του πολίτη απέναντι στο κράτος, στους θεσμούς, ακόμα και στους συμπολίτες του, που παραιτείται από την πολιτική, τα κοινά, ακόμα και την ίδια την κοινωνία. Η αίσθηση αυτή, οδηγεί πολλούς να μεταναστεύουν, την περιφέρεια να ερημώνει, την οικονομία να αναπτύσσεται ασθμαίνοντας, τις επενδύσεις να αργούν και να εστιάζουν σε αγοραπωλησίες και όχι καλές νέες θέσεις εργασίας. Κοινωνικά αυτό οδηγεί στη φτωχοποίηση των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων και ένα σπιράλ που δεν λέει να αντιστραφεί. Μπορεί να μοιάζει απόμακρο σε σχέση με τα άμεσα προβλήματα του πολίτη αλλά αυτή η συγκυρία οδηγεί σε υπονόμευση της δημοκρατίας και τελικά στον λαϊκισμό και τα άκρα. Αν τα άκρα καλεστούν να χειριστούν εθνικά θέματα, θεσμούς και οικονομία τότε η χώρα θα έχει φτάσει να κινδυνεύει όσο κινδύνευε όταν καλέσαμε τον Βενιζέλο να μας σώσει.
Αν θέλουμε να αντιστρέψουμε τη ραγδαία αυτή διολίσθηση της κοινωνικής συνοχής και να δυναμώσουμε τις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας για να δυναμώσουμε την πατρίδα μας, πρέπει να αντιληφθούμε και εμείς το κράτος και τη λειτουργία του αλλιώς. Να εκφράσουμε ως όραμα ξανά την κοινωνική συνοχή, την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της χώρας, τη διάσωση της υπαίθρου και τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους ως παράγοντα ασφάλειας και ανάπτυξης και να σχεδιάσουμε από την αρχή ένα κράτος που μπορεί αυτό να το κάνει πράξη.
Αυτούς τους στόχους μπορούμε να τους πετύχουμε μόνο μέσα από μια γενναία αποσυγκέντρωση του κράτους σε σύγχρονους θεσμούς και συλλογικότητες οι οποίες έχουν πόρους και λογοδοτούν. Για να αρχίσει να λειτουργεί ένα αποσυγκεντρωμένο σύστημα εξουσίας θα χρειαστεί ριζικές μεταρρυθμίσεις σε θεσμούς όπως είναι η τοπική αυτοδιοίκηση, τα επιμελητήρια, οι συνεταιρισμοί, τα εργατικά κέντρα και κάθε μορφή εξουσίας που σήμερα παραμένει ανέλεγκτη και αναποτελεσματική. Προφανώς αυτό απαιτεί από το κεντρικό πολιτικό σύστημα τον περιορισμό των εξουσιών του και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο σε ένα τέτοιο όραμα. Πλην όμως, και το ίδιο έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι εξαντλούνται οι επιλογές του.
Ενενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν αυτές οι μεταρρυθμίσεις ήταν αναπόφευκτες ή χρειαζόταν ο Βενιζέλος για να γίνουν πράξη; Επιτάχυνε ή επιβράδυνε τη διαδικασία μέσα από την ταχύτητα και τον ριζοσπαστισμό του; Προφανώς αυτό παραμένει το «αν» της δικής του ιστορίας. Αν κρίνουμε όμως εμείς την επιμονή των όποιων μικροσυμφερόντων να καταλαμβάνουν εξουσία και να επιβάλουν τη βούλησή τους απέναντι σε έναν ανήμπορο πρωθυπουργό που παραβιάζει βασικά δικαιώματα των πολιτών μόνο για να διατηρηθεί στην εξουσία, οι αλλαγές στο κράτος δεν μπορούν να γίνουν με το σταγονόμετρο. Απαιτούν όραμα, ανατρεπτική σκέψη και κοινωνική κινητοποίηση. Απαιτούν την εδραίωση ριζικών αλλαγών και ας πάρουν χρόνο να ωριμάσουν και να δείξουν την αξία τους. Και απαιτούν ηγεσία και ομάδα που μπορεί να δει το κράτος αλλιώς και να κινητοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις να τις υποστηρίξουν τώρα και στο μέλλον. Αυτή η γνώση είναι η αληθινή παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου.
*Ο κ.Παύλος Γερουλάνος είναι βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, στην Α’Περιφέρεια της Αθήνας