ΗΠΑ250: Οι 11 κατοικίες που έγραψαν ιστορία
Με αφορμή τη φετινή επέτειο των 250 χρόνων από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο αρχιτέκτονας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάνος Δραγώνας, επιλέγει έντεκα κατοικίες, σχεδιασμένες, βέβαια, από αρχιτέκτονες για να μας αφηγηθεί την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Monticello, Charlottesville, Virginia, 1768–1809. Thomas Jefferson. Photo: Matt Kozlowski via Wikimedia Commons (CC BY-SA 3.0).
Γράφει ο Πάνος Δραγώνας
Τι μπορεί να μας πει η ιστορία μιας μεγάλης χώρας όπως η Αμερική μέσα από τα σπίτια της;
Μπορεί μια κατοικία να πάρει θέση για τη δημοκρατία; Να εκφράσει μια ιδέα για την ελευθερία ή την πρόοδο; Να αποτυπώσει την αισιοδοξία μιας κοινωνίας απέναντι στην τεχνολογία ή, αντίθετα, την αμφιβολία της απέναντι στις μεγάλες βεβαιότητες της εποχής της; Και τι συμβαίνει όταν οι υποσχέσεις μιας εποχής αρχίζουν να μετατρέπονται σε αντιφάσεις ή τα οράματα του μέλλοντος σε ερωτήματα για το παρόν;
Διακόσια πενήντα χρόνια μετά την αμερικανική ανεξαρτησία, θα επιχειρήσουμε μια περιήγηση σε μερικά από τα πιο εμβληματικά σπίτια της αμερικανικής αρχιτεκτονικής. Κάποιες φορές οι τοίχοι, τα παράθυρα και οι στέγες αφηγούνται πολύ περισσότερα από όσα αρχικά μοιάζουν διατεθειμένα να αποκαλύψουν.

Σχέδιο της δυτικής εισόδου του Monticello από τον Ρόμπερτ Μιλς. © Ιστορική Εταιρεία της Μασαχουσέτης. Πηγή: Monticello.Org.
«… architecture is my delight, and putting up, and pulling down, one of my favourite amusements». Η ρήση αποδίδεται στον Τζέφερσον αλλά για την πηγή της μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Το Monticello, η κατοικία του Thomas Jefferson κοντά στο Charlottesville της Virginia, κατασκευάστηκε σταδιακά μεταξύ 1768 και 1809 και σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον χρήστη του.
Πρόκειται ίσως για το πρώτο μεγάλο αρχιτεκτονικό μανιφέστο της αμερικανικής δημοκρατίας.
Αν και ο Jefferson δεν ήταν ο ίδιος αρχιτέκτονας, μελέτησε συστηματικά την αρχιτεκτονική θεωρία και ιδιαίτερα το έργο του Andrea Palladio. Το Monticello αντλεί άμεσα από την παράδοση της παλλαδιανής βίλας και ιδιαίτερα από τη Villa Rotonda: η τοποθέτηση στην κορυφή του λόφου, ο συμμετρικός όγκος, η κεντρική αίθουσα και η στενή σχέση με το τοπίο παραπέμπουν ευθέως στο ιταλικό πρότυπο.
Η επιλογή αυτή δεν υπήρξε μόνο αισθητική. Για τον Jefferson, η νέα δημοκρατία δεν μπορούσε να στεγαστεί σε αρχιτεκτονικές μορφές που παρέπεμπαν σε βασιλείς και αριστοκρατίες. Ο κλασικισμός συμβόλιζε τον ορθό λόγο, την αναλογία, τη συμμετρία και την πολιτική αρετή των δημοκρατικών πολιτειών της αρχαιότητας. Η αυστηρή γεωμετρική οργάνωση του Monticello αντανακλά έτσι την ιδέα μιας πολιτείας βασισμένης στην ισορροπία και τη συνταγματική τάξη, ενώ η επιλογή της αγροτικής βίλας αντί του παλατιού εκφράζει το ιδεώδες του ανεξάρτητου πολίτη και μικροϊδιοκτήτη γεωργού που βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής σκέψης του Jefferson.
Υπάρχει βέβαια μια βαθιά αντίφαση στον πυρήνα του έργου. Το Monticello υπήρξε μια φυτεία που λειτουργούσε χάρη στην εργασία εκατοντάδων σκλαβωμένων ανθρώπων. Η κατοικία που συμβολίζει τη γέννηση της αμερικανικής δημοκρατίας οικοδομήθηκε ταυτόχρονα πάνω στην άρνηση της ελευθερίας ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της.
- Το Monticello απεικονίζεται και στο επίσημο νόμισμα των 5 cents (nickel)
- Ο Τόμας Τζέφερσον θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους γαστρίμαργους και οινόφιλους της αμερικανικής ιστορίας. Το 2011, ο γαστρογράφος «Αθήναιος» είχε γράψει στη LIFO ένα κείμενο για τη σχέση του Τζέφερσον με τη Γαστρονομία. Μην παραλείψετε λοιπόν να ρίξετε μια ματιά στον λαχανόκηπο και στον οπωρώνα του Monticello καθώς κι αυτοί ήταν σχεδιασμένοι, προσεκτικά, από τον ιδιοκτήτη του.

Αντίγραφο της καλύβας του Henry David Thoreau στο κρατικό καταφύγιο Walden Pond στο Concord της Μασαχουσέτης. Η αρχική καλύβα διαλύθηκε μετά την αποχώρηση του Thoreau.
«A man can never say of any landscape that he has exhausted it», Henry David Thoreau, Ημερολόγιο, 19 Απριλίου 1850.
Η καλύβα που έχτισε ο Henry David Thoreau στις όχθες της λίμνης Walden στη Μασαχουσέτη το καλοκαίρι του 1845 ήταν ένα εξαιρετικά απλό ξύλινο κτίσμα, διαστάσεων περίπου 3 επί 4,5 μέτρα και συνολικής επιφάνειας μόλις 14 τετραγωνικών μέτρων.
Κατασκευάστηκε σε ένα μικρό ξέφωτο μέσα στο δάσος, χρησιμοποιώντας υλικά από μια παλαιότερη αγροτική καλύβα που είχε αποσυναρμολογηθεί στην περιοχή.
Ο ίδιος ο Thoreau κατέγραψε με σχολαστικότητα ακόμη και το συνολικό κόστος της κατασκευής: 28,12 δολάρια και μισό σεντ.
Το εσωτερικό της κατοικίας ήταν σχεδόν μοναστικό στην απλότητά του. Περιλάμβανε ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα τραπέζι, ένα τζάκι και τρεις καρέκλες, «μία για τη μοναξιά, δύο για τη φιλία και τρεις για την κοινωνία», όπως έγραφε ο ίδιος.
Η καλύβα δεν κατασκευάστηκε ως καταφύγιο απομόνωσης ούτε ως άρνηση της κοινωνίας. Η κατοίκηση στη Walden υπήρξε κυρίως ένα πείραμα: πόσα από όσα θεωρούσε απαραίτητα η αμερικανική κοινωνία του 19ου αιώνα ήταν πραγματικά αναγκαία; Θα μπορούσε ένας άνθρωπος να ζήσει με λιγότερα αγαθά, λιγότερη εργασία και λιγότερες οικονομικές εξαρτήσεις, αποκτώντας έτσι περισσότερο χρόνο και ελευθερία;
Υπό αυτή την έννοια, η καλύβα της Walden αποτελεί ίσως την πιο καθαρή αρχιτεκτονική έκφραση ενός από τους κεντρικούς αμερικανικούς μύθους: του ανεξάρτητου ατόμου που αναζητά την ελευθερία μέσα από την αυτάρκεια και τη στενή σχέση με τη φύση. Από τις ξύλινες καμπίνες της αμερικανικής υπαίθρου μέχρι τα off-grid καταφύγια, η σκιά της εξακολουθεί να πλανάται πάνω από την αμερικανική κατοικία.
- Διαβάστε: Henry David Thoreau, Walden or Life in the Woods. Gutenberg Project.

Robie House. Φωτογραφία: Photo by Tom Rossiter. Πανεπιστήμιο του Σικάγο.
Το Robie House κατασκευάστηκε το 1909 στο Σικάγο και σχεδιάστηκε από τον Frank Lloyd Wright. Θεωρείται το σημαντικότερο ίσως παράδειγμα του Prairie Style και ένα από τα πιο σημαντικά σπίτια του 20ού αιώνα.
Οι μεγάλες οριζόντιες γραμμές, οι τολμηροί πρόβολοι και η συνεχής ροή των εσωτερικών χώρων συνθέτουν μια αρχιτεκτονική που μοιάζει να αναπτύσσεται παράλληλα με τον ορίζοντα των αμερικανικών πεδιάδων. Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή κατοικία του 19ου αιώνα, όπου τα δωμάτια οργανώνονταν ως μια ακολουθία διακριτών χώρων, το Robie House αντιμετωπίζει το σπίτι ως ένα συνεχές πεδίο κίνησης, θέας και ζωής.
Το έργο επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα: πώς μπορεί να μοιάζει μια αρχιτεκτονική που γεννήθηκε στην Αμερική και δεν αποτελεί απλώς συνέχεια των ευρωπαϊκών προτύπων; Για τον Wright, η απάντηση βρισκόταν στο ίδιο το αμερικανικό τοπίο – στις αχανείς πεδιάδες της Μεσοδυτικής Αμερικής, στον ανοιχτό ορίζοντα και στην απουσία του ιστορικού βάρους των ευρωπαϊκών πόλεων. Το σπίτι δεν κοιτά προς την Ευρώπη αλλά προς τον αμερικανικό ορίζοντα.
Όπως η αμερικανική λογοτεχνία, η μουσική και η τέχνη των αρχών του 20ού αιώνα, έτσι και το Robie House σηματοδοτεί τη στιγμή κατά την οποία η αμερικανική κουλτούρα παύει να αναζητά νομιμοποίηση στην Ευρώπη και αρχίζει να διαμορφώνει τη δική της φωνή.
- Έχει γραφτεί, άραγε, τραγούδι για άλλον αρχιτέκτονα; Simon & Garfunkel – So Long, Frank Lloyd Wright.

Farnsworth House. Πηγή.
Το Farnsworth House κατασκευάστηκε μεταξύ 1945 και 1951 κοντά στο Plano του Illinois, και σχεδιάστηκε από τον Ludwig Mies van der Rohe για τη γιατρό Edith Farnsworth. Δύο οριζόντιες λευκές πλάκες, λεπτοί χαλύβδινοι στύλοι και ένα συνεχές γυάλινο περίβλημα συνθέτουν ένα από τα πιο εμβληματικά σπίτια του 20ού αιώνα και ίσως την καθαρότερη έκφραση του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου του Mies.
Το σπίτι μοιάζει λιγότερο με κτίριο και περισσότερο με ένα περίπτερο μέσα στο τοπίο. Οι παραδοσιακοί τοίχοι εξαφανίζονται, το εσωτερικό οργανώνεται ως ένας ενιαίος χώρος και η φύση εισχωρεί οπτικά στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Αν το Robie House κοιτούσε προς τον αμερικανικό ορίζοντα, το Farnsworth House μοιάζει σχεδόν να διαλύεται μέσα σε αυτόν.
Το έργο σηματοδοτεί επίσης μια ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση. Μέσα από τον πόλεμο και την άνοδο του ναζισμού, η ευρωπαϊκή πρωτοπορία μεταφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και μαζί της μεταφέρεται και το κέντρο βάρους της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Η Αμερική δεν αποτελεί πλέον την περιφέρεια που αναζητά πρότυπα στην Ευρώπη αλλά το νέο σπίτι του μοντερνισμού.
Υπάρχει όμως και μια σκιά στην ιστορία του έργου. Η σχέση ανάμεσα στον Mies και την Edith Farnsworth κατέληξε σε βαθιά σύγκρουση και τελικά στα δικαστήρια, καθώς η ιδιοκτήτρια θεωρούσε ότι το σπίτι ήταν δύσκολο να κατοικηθεί και υπερβολικά υποταγμένο στην αρχιτεκτονική ιδέα που το γέννησε. Το Farnsworth House έγινε έτσι ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα της έντασης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική τελειότητα και την καθημερινή ζωή.
Pop Culture Alert!
Στην ταινία «Batman v. Superman» του Zack Snyder (τη μίσησαν οι κριτικοί, τη λάτρεψε το κοινό), το Wayne Manor που είναι βέβαια το σπίτι του Batman, «κατά κόσμον» Bruce Wayne, καίγεται. Μετακομίζει λοιπόν σε ένα νέο σπίτι που αντλεί έμπνευση από τα δύο αριστουργήματα του μοντερνισμού, το Farnsworth House και το Glass House που παρουσιάζουμε παρακάτω.

The Glass House, Philip Johnson. Πηγή.
Το Glass House κατασκευάστηκε το 1949 στο New Canaan του Connecticut και σχεδιάστηκε από τον Philip Johnson ως δική του κατοικία. Ένα απόλυτα συμμετρικό γυάλινο περίπτερο, αποτελούμενο σχεδόν αποκλειστικά από γυαλί και χάλυβα, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σπίτια του 20ού αιώνα και την αμερικανική απάντηση στο Farnsworth House του Mies van der Rohe.
Οι εξωτερικοί τοίχοι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Το τοπίο γίνεται το φόντο της καθημερινής ζωής, ενώ ο μόνος πραγματικά κλειστός χώρος του σπιτιού είναι ένας κυλινδρικός πυρήνας από τούβλο που στεγάζει το λουτρό και το τζάκι. Το σπίτι μοιάζει λιγότερο με καταφύγιο και περισσότερο με περίπτερο ή σκηνή μέσα στο τοπίο.
Σε αντίθεση όμως με το Farnsworth House, όπου η φύση παραμένει άγρια και σχεδόν ανεξέλεγκτη, εδώ το τοπίο είναι προσεκτικά σχεδιασμένο και σκηνοθετημένο. Το Glass House δεν κατοικεί τη φύση· την παρατηρεί.
Το σπίτι γίνεται έτσι μια διερεύνηση των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Η ζωή του κατοίκου εκτίθεται διαρκώς στο βλέμμα των άλλων, ενώ η ίδια η κατοίκηση μετατρέπεται σε μια μορφή παράστασης. Πολύ πριν από τα κοινωνικά δίκτυα και την κουλτούρα της διαρκούς έκθεσης του εαυτού, το Glass House προτείνει μια ζωή σχεδόν ολοκληρωτικά ορατή.