Αλέκος Παναγούλης: Ένας ήρωας σε αναζήτηση ρόλου
«Στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής ευωχίας, ο Παναγούλης ένιωθε κάπως ξένος. Στις αναμνήσεις που μας άφησε η Φαλάτσι, σκιαγραφείται ένας σκεπτικιστής απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Πώς θα μπορούσε να χωρέσει μέσα σε έναν κομματικό μηχανισμό; Και ποιος θα ήταν αυτός;»

Γράφει ο Δημήτρης Παπαδιαμάντης*
Ο Αλέκος Παναγούλης δεν διάλεξε τυχαία την 13η Αυγούστου του 1974 για να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας. Την ημέρα εκείνη συμπληρώνονταν έξι χρόνια από την ηρωική και αποτυχημένη προσπάθειά του να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Ο παρ’ ολίγον τυραννοκτόνος πίστευε πως η αναγγελία της άφιξής του στην χώρα θα προκαλούσε συναγερμό και ενθουσιώδη πλήθη θα τον υποδέχονταν, όπως ακριβώς τον Κ. Καραμανλή τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Εξάλλου, μέχρι την εξέγερση του Πολυτεχνείου είχε επιχειρήσει την πιο γνωστή αντιστασιακή κίνηση, πληρώνοντας βαρύ προσωπικό τίμημα.
Η απογοήτευσή του ήταν απολύτως αναμενόμενη. Ελάχιστοι άνθρωποι τον ανέμεναν, κυρίως συγγενείς, ένα κακοφτιαγμένο πανό: μια αποτυχία. Η επιστροφή του δεν συγκίνησε τις μάζες, πέρασε απαρατήρητη. Δεν απασχόλησε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, όπως ήλπιζε. ‘Ίσως γι’ αυτό οι δηλώσεις του ήταν προσεκτικές, μετρημένες, ζητώντας υποστήριξη στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, ψυχραιμία και αποφυγή της δημαγωγίας. Η προσγείωση του ήρωα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης ήταν απότομη.
Και τώρα; Πού θα μπορούσε να διαθέσει την ακατάπαυστη ενεργητικότητά του; Η πολιτική έμοιαζε μια αυτονόητη επιλογή. Ο Παναγούλης δεν βρέθηκε ξαφνικά στην αντιδικτατορική πάλη. Είχε έντονη δραστηριότητα στο προδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, στο πλαίσιο των κεντρώων δυνάμεων. Είχε εκλεγεί μάλιστα ως εκπρόσωπος της Σχολής του, των Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων του Πολυτεχνείου, στο Α’ Παμφοιτητικό Συνέδριο το 1963. Σταδιακά, για τον Παναγούλη διαμορφώθηκε μια εικόνα που θα τον ακολουθούσε για χρόνια. Εκείνη του δυναμικού συνδικαλιστή, που δεν δίσταζε να έρθει, πολλές φορές με δική του υπαιτιότητα, σε σύγκρουση με τα Σώματα Ασφαλείας. Όταν μαθεύτηκε η σύλληψή του το 1968, στελέχη του Κέντρου, ακόμη και από την νεολαία, εξεπλάγησαν: ο Παναγούλης είχε τη φήμη του παλικαρά, κανείς δεν τον είχε ικανό για να οργανώσει ένα τόσο σύνθετο εγχείρημα.
Στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής ευωχίας, ο Παναγούλης ένιωθε κάπως ξένος. Στις αναμνήσεις που μας άφησε η Φαλάτσι, σκιαγραφείται ένας σκεπτικιστής απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Πώς θα μπορούσε να χωρέσει μέσα σε έναν κομματικό μηχανισμό; Και ποιος θα ήταν αυτός; Η αντιπάθεια του παρ’ ολίγον τυραννοκτόνου για τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν πασίδηλη. Θεωρούσε ερασιτεχνική την αντιστασιακή προσέγγιση του ΠΑΚ, και τον ίδιο τον Ανδρέα δημοκόπο. Ένα άλμα προς τη Νέα Δημοκρατία ήταν αδιανόητο. Ο Παναγούλης κατέληξε, όχι χωρίς δισταγμό, στον φυσικό του χώρο, την Ένωση Κέντρου. Τουλάχιστον, ο επικεφαλής της, ο Γεώργιος Μαύρος, ένας σεβάσμιος πολιτικός, είχε ανεπίληπτα αντιδικτατορικά διαπιστευτήρια, μένοντας στην χώρα και υφιστάμενος διώξεις.
Ο Παναγούλης διεξήγαγε μια περίεργη εκστρατεία, βασιζόμενος στη βοήθεια ελάχιστων εθελοντών. Το κόμμα του έμοιαζε απών. Ίσως να έφταιγε και ο ίδιος: η Ένωση Κέντρου προχώρησε σε συνεργασία με την Κίνηση Νέων Πολιτικών Δυνάμεων (ΚΝΠΔ), μια κεντροαριστερή συσπείρωση κυρίως στελεχωμένη από διανοούμενους με έντονη σοσιαλδημοκρατική ρητορεία. Η συμμαχία τους ονομάστηκε «Ένωσις Κέντρου-Νέες Δυνάμεις». Ο Παναγούλης δεν έκρυψε την ενόχλησή του: «Εμείς τι είμαστε, Παλαιές Δυνάμεις;» αναρωτιόταν και στις προσωπικές του αφίσες επέμενε και κατάφερε να αναγράφεται μόνο το «Ένωσις Κέντρου». Αποδείχτηκε κακός ομιλητής, αποτυγχάνοντας να προκαλέσει ενθουσιασμό στα ακροατήριά του. Παρόλα αυτά εξελέγη, έστω και στη δεύτερη κατανομή, βουλευτής στη θηριώδη περιφέρεια της Β’ Αθήνας.
Στη σχετικά σύντομη θητεία ο Παναγούλης έπρεπε να βρει έναν νέο ρόλο. Του ανατέθηκε η ηγεσία της κεντρώας νεολαίας (Ε.ΔΗ.Ν- Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία), όπου ο συγκρουσιακός του χαρακτήρας αναδείχθηκε ξανά. Η προσπάθεια συνένωσης της Ε.ΔΗ.Ν. με τις σοσιαλδημοκρατικές συσσωματώσεις (πολύ μικρότερες και με λιγότερο ειδικό βάρος από την κεντρώα παράταξη) απέτυχε και λόγω της αρνητικής στάσης του Παναγούλη.
Λίγους μήνες πριν το θάνατό του εγκατέλειψε και το κόμμα του. Η σχέση του με τις Νέες Δυνάμεις, ήδη δύσκολη, εκτραχύνθηκε όταν αποκαλύφθηκε πως ο Δημήτρης Τσάτσος, επιφανές στέλεχός της ΚΝΠΔ, διατηρούσε επαφές με στελέχη του καθεστώτος κατά την επταετία (ο ίδιος ο Τσάτσος ισχυριζόταν ότι έπαιζε διπλό παιχνίδι στο πλαίσιο της αντιστασιακής του δράσης). Η δυσκολία του Παναγούλη να ενταχθεί στην παραδοσιακή πολιτική πραγματικότητα τον ωθούσε σε μια ανεξάρτητη τροχιά.
Έτσι, διάλεξε ως βασικό του εχθρό μια κεντρική προσωπικότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελο Αβέρωφ. Λογική επιλογή: ο Αβέρωφ ακολουθούσε μία εξαιρετικά προσεκτική, (για να το θέσουμε ήπια) προσέγγιση της «αποχουντοποίησης» του στρατεύματος. Ας σκεφτούμε ότι ως το 1976, τουλάχιστον τα τρία τέταρτα των αξιωματικών που συμμετείχαν στο πραξικόπημα του 1967 ήσαν ακόμη εν ενεργεία. Ο φόβος της αναστάτωσης των Ενόπλων Δυνάμεων, ειδικά με το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου να επικρεμάται έμοιαζε με ευλογοφανή εξήγηση. Στα μάτια του Παναγούλη δεν ήταν αυτή η αιτία: οι χουντικοί αποσύρθηκαν από την εξουσία λαμβάνοντας εγγυήσεις πως η συντριπτική τους πλειονότητα θα έμενε ατιμώρητη. Και τον ρόλο του εγγυητή της ατιμωρησίας τον εκτελούσε με χαρά ο Αβέρωφ, ως ο κατ’εξοχήν «γεφυροποιός», ανάμεσα στη δικτατορία και το παλαιό πολιτικό προσωπικό. Οι προσπάθειες του Αβέρωφ την περίοδο 1969-1971 για παράδοση της εξουσίας κατά τρόπο, όπως το έθετε ο ίδιος, ανώδυνο για όλους (άρα, και για τους πραξικοπηματίες) ήσαν πασίγνωστες και έμοιαζαν να υλοποιούνται.
Έτσι εξηγείται και η προσήλωση με την οποία έσπευσε να ασχοληθεί ο Παναγούλης (χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό ή μη μέσο) με την πρόσκτηση και δημοσίευση των αρχείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, μέσω της εφημερίδας «Τα Νέα». Γιατί πίστευε πως από τα έγγραφα θα φαινόταν η συμφωνία ανάμεσα σε πολιτικούς και στρατιωτικούς για μια ανενόχλητη μεταβίβαση της εξουσίας, χωρίς ουσιώδεις επιπτώσεις για τη μάζα των Απριλιανών.
Δεν πρόλαβε να τεκμηριώσει τις θεωρίες του. Ο θάνατός του, την 1η Μαΐου του 1976, χωρίς να είναι κάποιος λάτρης των θεωριών συνωμοσίας, έχει αινιγματικές πλευρές, που ως σήμερα δεν έχουν απαντηθεί πλήρως. Ο Παναγούλης πέρασε στην αιωνιότητα, πριν προλάβει να φθαρεί από τα πολιτικά παζάρια που απεχθανόταν, πριν γίνει σαν εκείνους που στα μάτια του οδήγησαν την χώρα στη δικτατορία.
Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν᾿ αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισίας σημάδια.
Υπόσχεση είναι μονάχα
γι’ Αγώνα, υπόσχεση.
Αλ. Παναγούλης (Υπόσχεση)
*Ο κ.Δημήτρης Παπαδιαμάντης είναι διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορία του ΕΚΠΑ.