Βραχυπρόθεσμα, με τα στενά του Ορμούζ σχεδόν κλειστά, η αποχώρηση εκτιμάται ότι θα έχει περιορισμένο αντίκτυπο στην αγορά ενέργειας. Η νευρικότητα μπορεί να οδηγήσει σε πρόσκαιρη ανοδική επίπτωση στις τιμές ενέργειας. Ωστόσο, η μεσοπρόθεσμη εικόνα είναι διαφορετική, καθώς εντείνεται ο ανταγωνισμός και ενισχύεται η προοπτική αύξησης της παραγωγής πετρελαίου, εξέλιξη η οποία θα έχει καθοδική επίπτωση στις τιμές ενέργειας. Τα ΗΑΕ μετά την αποχώρησή τους δε θα δεσμεύονται πλέον από τις ποσοστώσεις παραγωγής του ΟΠΕΚ. Όταν ομαλοποιηθεί η γεωπολιτική κατάσταση και αποκατασταθεί η πρόσβαση μέσω των στενών του Ορμούζ, τα ΗΑΕ θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή τους σταδιακά σε διάστημα 12 έως 18 μηνών. Τα ΗΑΕ πριν τον πόλεμο στο Ιράν παρήγαγαν 3,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και έχουν την ικανότητα να παράγουν περί τα 4,5 εκατομμύρια βαρέλια. Η απόφαση των ΗΑΕ μπορεί να αποδειχτεί ευνοϊκή για τους καταναλωτές και την ευρύτερη οικονομία, ωστόσο για τον ΟΠΕΚ αποτελεί αποδυνάμωση. Η αποχώρηση ενός βασικού μέλους, καθιστά τον οργανισμό δομικά ασθενέστερο και αυξάνει τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης μεταξύ των υπόλοιπων μελών, καθώς όλο και περισσότερα κράτη θα δίνουν προτεραιότητα στα δικά τους μερίδια αγοράς αντί στη συλλογική διαχείριση της προσφοράς πετρελαίου. Για τις κυριότερες δομικές αιτίες της απόφασης των ΗΑΕ να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ, μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο του Διδάκτορα Ενεργειακής Στρατηγικής, Ακαδημαϊκού Διευθυντή του Greek Energy Forum και Επιστημονικού Συνεργάτη του ΕΛΙΑΜΕΠ Μιχάλη Μαθιουλάκη στον ΟΤ