Ο Paolo Miranda τράβηξε αυτή τη σπαρακτική εικόνα μιας νοσοκόμας στην Κρεμόνα της Ιταλίας, καθώς το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης της χώρας δοκιμαζόταν σοβαρά τον Μάρτιο του 2020. O Miranda εργαζόταν ως νοσηλευτής στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου.
Paolo Miranda/AFP/Getty Images

 

Γράφει ο Θεόδωρος Λύτρας*

Η πανδημία της1 COVID-19 επηρέασε βαθύτατα τις ζωές όλων μας, και για μένα υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο. Δεν ήταν η πρώτη μου· έζησα και την πανδημία γρίπης του 2009, λίγους μήνες αφού ξεκίνησα να εργάζομαι στο Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ2. Άντλησα όμως πολύ περισσότερα διδάγματα από την COVID-19. Κάποια θα τα κρατήσω για τον εαυτό μου, ειδικότερα σε ότι αφορά τους πολιτικούς και τη συμπεριφορά τους σε συνθήκες κρίσης. Κάποια άλλα πάλι, έχει αξία να τα μοιραστώ με όλους σας:

1. Η αξία της προετοιμασίας, αλλά και της προσαρμοστικότητας

Όσοι ασχολούμαστε με τη Δημόσια Υγεία, γνωρίζουμε την αξία της πανδημικής προετοιμασίας (pandemic preparedness). Κάθε χώρα οφείλει να έχει ένα σχέδιο για το πως θα αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση, και να επενδύει σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό ώστε να μη βρεθεί ξεκρέμαστη αν το κακό χτυπήσει. Ας θυμηθούμε τι έγινε τους πρώτους μήνες όταν όλοι ψάχναμε μάσκες και άλλα μέσα ατομικής προστασίας. Χρειάζονται δομές υγείας με επαρκείς εφεδρείες (surge capacity), ικανότητα επιδημιολογικής διερεύνησης και ινχηλάτησης, και πολλά άλλα ακόμη.

Από την άλλη, η ζωή συνεχώς επιφυλάσσει εκπλήξεις. Πράγματι, η COVID-19 ελάχιστα έμοιαζε με αυτό που φανταζόμασταν και αποτυπωνόταν στα πανδημικά σχέδια προηγμένων χωρών. Άρα χρειαζόμαστε ισχυρές δομές και θεσμούς που να μπορούν γρήγορα να προσαρμοστούν στις ταχέως εξελισσόμενες καταστάσεις. Ακόμα καλύτερα αν αυτά τα έχουμε στημένα εκ των προτέρων, αντί να τρέχουμε να τα δημιουργήσουμε την ώρα της κρίσης.

 

2. Θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα – και μπορεί να γίνουν!

Παρ’ότι η COVID-19 υπήρξε τραυματική για την ανθρωπότητα, απείχε πολύ από το χειρότερο δυνατό σενάριο με το οποίο ρεαλιστικά μπορούσαμε να βρεθούμε αντιμέτωποι. Ο ιός θα μπορούσε να είναι πολύ πιο μεταδοτικός, προκαλώντας ταυτόχρονη νόσο σε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στη λειτουργία κρίσιμων υποδομών. Θα μπορούσε να είναι πολύ πιο θανατηφόρος (όπως για παράδειγμα ο ιός SARS-CoV-1), κι αντί να “προτιμά” τους ηλικιωμένους, να χτυπάει εξίσου παιδιά και νέους. Ας σκεφτούμε το κοινωνικό τραύμα αν, επιπλέον των καταστάσεων που ζήσαμε, είχαμε παιδιά να νοσηλεύονται διασωληνωμένα σε διαδρόμους και γονείς να πεθαίνουν αφήνοντας τα ορφανά.

Το χειρότερο είναι πως η έξοδος από μια πανδημία δεν αποτελεί “υπόσχεση” ότι η επόμενη θα αργήσει. Η πρόσφατη εκτεταμένη κυκλοφορία γρίπης των πτηνών στη Β. Αμερική αποτελεί υπενθύμιση ότι ο κίνδυνος παραμονεύει ανά πάσα στιγμή. Μακάρι να μη ζήσουμε ποτέ τίποτα από όλα αυτά, αλλά στατιστικά αυτό είναι εντελώς απίθανο – ειδικά σε μια εποχή που οι επιδημίες ταξιδεύουν πανεύκολα από τη μιά άκρη του κόσμου στην άλλη. Ο εφησυχασμός και η αδιαφορία για τη Δημόσια Υγεία αποτελούν πολύ επικίνδυνη επιλογή.

 

3. Διαφάνεια, ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη

Οι πανδημίες δημιουργούν τεράστια ανησυχία και ανασφάλεια στον κόσμο, ο οποίος φυσιολογικά ζητά άμεσες απαντήσεις από μια έμπιστη και υπεύθυνη φωνή3. Ο πειρασμός του ψευδούς εφησυχασμού είναι πολύ μεγάλος (κι όχι μόνο για τους πολιτικούς), όμως δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική από την ειλικρίνεια. Γιατί η εμπιστοσύνη χτίζεται πολύ δύσκολα, και το παραμικρό λάθος μήνυμα μπορεί να την καταστρέψει ανεπανόρθωτα.

Παράλληλα οι πανδημίες χαρακτηρίζονται από τεράστια αβεβαιότητα: η γνώση του σήμερα μπορεί κάλλιστα να ανατραπεί αύριο. Για παράδειγμα, τα εμβόλια υπήρξαν πολύ αποτελεσματικά στην πρόληψη συμπτωματικής νόσου COVID-19 όσο και στην αποτροπή της μετάδοσης. Όμως οι παραλλαγές του ιού (ιδίως η “όμικρον”) ανέτρεψαν αυτό το δεδομένο, αφήνοντας στα εμβόλια μόνο την προστασία από βαριά νόσηση και θάνατο. Επίσης στην αρχή της πανδημίας υπήρχε η εκτίμηση οτι ο ιός μεταδιδόταν κυρίως με σταγονίδια, γι’αυτό και συστηνόταν απλή χειρουργική – ακόμη και υφασμάτινη – μάσκα για σκοπούς προστασίας. Σήμερα ξέρουμε οτι η μετάδοση είναι κυρίως αερογενής, και δεν αρκεί τίποτα λιγότερο από μια μάσκα Ν95 με καλή εφαρμογή.

Πως επικοινωνεί κανείς αυτή την αβεβαιότητα, διατηρώντας την εμπιστοσύνη του κόσμου, την ώρα που παραφυλάνε διάφοροι κακόπιστοι παράγοντες (bad actors), καθένας με τη δική του σκοπιμότητα; Ετοιμοι όχι μόνο να παραπληροφορήσουν μαζικά, αλλά και να λασπώσουν υπολήψεις με χυδαίο τρόπο; Δεν ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω την απάντηση, νομίζω όμως πως αναπόσπαστο μέρος αυτής είναι η ριζική και απόλυτη διαφάνεια. Διαφάνεια στα επιδημιολογικά στοιχεία, διαφάνεια στον τρόπο λήψης αποφάσεων, διαφάνεια στα επιστημονικά δεδομένα (πολλά ή λίγα) που στηρίζουν την κάθε απόφαση. Αυτό πάει χέρι-χέρι με την ειλικρίνεια και τη δύναμη να πεις “δε ξέρουμε”, “δεν είμαστε σίγουροι” και “αυτά εκτιμούμε προς το παρόν, θα επανέλθουμε άμεσα όταν μάθουμε περισσότερα”.

 

4. Οι επιστήμονες κι ο ρόλος τους

Όλοι οι επιστήμονες (όχι μόνο οι ασχολούμενοι με τη Δημόσια Υγεία) μπορεί να βρεθούμε ανά πάσα στιγμή σε ρόλο συμβούλου της κοινωνίας για θέματα της ειδικότητας μας. Κι αν θέλουμε να είμαστε ωφέλιμοι και επιδραστικοί, χρειαζόμαστε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Για να την έχουμε, υπάρχουν δύο προϋποθέσεις:

Το πρώτο είναι η απόλυτη ανεξαρτησία από πολιτικούς και κόμματα, με τεχνοκρατική επικέντρωση στα επιστημονικά δεδομένα. Αυτό το εκτιμούν και οι ίδιοι οι πολιτικοί, τουλάχιστον οι συνετοί: δε θέλουν “yes men” δίπλα τους, αλλά σοβαρούς συμβούλους που να δίνουν τεκμηριωμένη και ειλικρινή γνώμη, σε ότι συγκεκριμένα τους ρωτάνε. Για έναν επιστήμονα είναι τιμή και καθήκον να υποστηρίξει τον πολιτικό δίνοντας του στοιχεία για να πάρει βέλτιστες αποφάσεις – είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί εν τέλει μ’αυτές. Οι επιστήμονες δεν ασκούν ούτε συμπολίτευση ούτε αντιπολίτευση. Διότι την ευθύνη των αποφάσεων την έχουν – και πρέπει να την έχουν – οι δημοκρατικά εκλεγμένοι πολιτικοί.

Το δεύτερο είναι η διεπιστημονική προσέγγιση, και η ικανότητα να αφουγκραζόμαστε την πολυπλοκότητα των ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της κοινωνικής τους διάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: όλα τα πανδημικά σχέδια θεωρούσαν δεδομένο πως ο κόσμος θα σπεύσει να εμβολιαστεί μόλις ένα εμβόλιο καταστεί διαθέσιμο, φυσικά για να γλιτώσει την υγεία του και τη ζωή του. Κανένα δεν είχε λάβει υπόψη τη δυσπιστία μιας μερίδας ανθρώπων, πόσο μάλλον την οργανωμένη παραπληροφόρηση που αντιμάχεται τις προσπάθειες της επιστήμης. Ούτε βεβαίως τις πολύπλευρες επιπτώσεις των στρατηγικών αντιμετώπισης μιας πανδημίας: στην ψυχική υγεία, στην οικονομία, στην ανάπτυξη των παιδιών, στην εκπαίδευση, κλπ. Η πανδημία της COVID-19 έδειξε ξεκάθαρα οτι δεν αρκούν οι επιδημιολόγοι κι οι λοιμωξιολόγοι, αλλά χρειάζεται ολιστική προσέγγιση, διεπιστημονική επικοινωνία και εμβαθής αντίληψη του κοινωνικού γίγνεσθαι. Αν φυσικά θέλουμε οι επιστήμονες να ωφελούμε την κοινωνία και όχι τον εαυτό μας.

Σημειώσεις στις αντίστοιχα αριθμημένες παραγράφους.

  1. Είναι “ή” και όχι “ό” COVID-19, καθώς ο όρος αναφέρεται στη νόσο (Coronavirus Disease 2019) και όχι στον ιό (ιός SARS-CoV-2, δηλαδή κορωνοϊός οξέος βαρέος αναπνευστικού συνδρόμου τύπου 2).
  2. Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, σήμερα Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ).
  3. Είναι χαρακτηριστική η καθολική αποδοχή που είχε ο Σωτήρης Τσιόδρας όταν ανέλαβε με επιτυχία αυτό τον πολύ δύσκολο ρόλο.

*Ο Θεόδωρος Λύτρας είναι Επίκουρος καθηγητής Δημόσιας Υγείας στην Ιατρική Σχολή του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Κύπρου.