Ο Σπύρος Μουστακλής

 

Γράφει η Ναταλία Μουστακλή

 

«Ήρθε! ‘Ήρθε! ‘Ήρθε η Δημοκρατία! ‘Ήρθε!»  Βούιζαν οι λέξεις ξανά και ξανά οι ίδιες, από παντού, σαν μέλισσες μέσα μας κι έξω μας. Τα παντζούρια ανοιχτά. Τα φώτα αναμμένα. Οι άνθρωποι έξω στα μπαλκόνια και στους δρόμους να γελάνε και να φωνάζουν δυνατά. Ακόμη και στις πιο ήσυχες μέρες, ο κόσμος είναι γεμάτος από ήχους. Αναρωτιέμαι κατά πόσον τα ζώα και τα φυτά ακούνε.

Ο ταξιτζής χωρίς να μας κοιτάξει καθόλου έβαλε μπροστά τη μηχανή και είπε με σιγουριά : « αεροδρόμιο» σαν να ζητούσε από εμάς να οδηγήσουμε το ταξί- και να πάμε εμείς ανάποδα. Και τότε  η μαμά του απάντησε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και κάπως πιο κοφτά: «Στο ΚΑΤ, τελείως αντίθετα».

Οι δρόμοι ήταν  άδειοι σαν  σκοτεινοί διάδρομοι. Το βουητό των μελισσών  όμως συνέχιζε να μας ζαλίζει και η μυρωδιά του νυχτολούλουδου έμοιαζε λιγωτική.

«Μαμά, μαμά  ο Πίπης το ξέρει ότι ήρθε αυτή η Δημοκρατία » την ρώτησα όλο χαρά και αγωνία. «Αυτό πάμε να του πούμε, να χαρεί»  απάντησε η μαμά και εγώ τότε ξαναρώτησα: «Και πως θα το ακούσει αφού είναι φυτό;» Η μαμά δεν απάντησε κι  εγώ επέμεινα : « Θα έρθει και σε μας για επίσκεψη;» «Δεν νομίζω τώρα, ίσως άλλη φορά» απάντησε κάπως αδιάφορα η μαμά κι εγώ τότε την παρακάλεσα : «Αν έρθει, μπορούμε να παίξουμε  λίγο γιατί βαρέθηκα να είμαι μόνη μου;» Κι ενώ πλήρωνε τον ταξιτζή, ξεστόμισε: «Δεν έχω χρόνο γι’ αυτά ».

Το ΚΑΤ έδειχνε ερημωμένο και νυχτερινό. Μόνο κάτι φώτα ασφαλείας ψευτο-  άναβαν. Σαν να είχαν γίνει καλά όλοι οι ασθενείς και να είχαν πάει σπίτια τους.  Στο δωμάτιο μια « σβησμένη φωτιά» ξαπλωμένη στα κατάλευκα σεντόνια. Η μαμά με έβαλε  να κοιμηθώ σε ένα καναπεδάκι και βγήκε από το δωμάτιο. Ποια ήταν αυτή η Δημοκρατία που είχε έρθει και  είχε φωτίσει όλη τη  χώρα εκτός από το ΚΑΤ, που  τους είχε γιατρέψει  όλους εκτός από  τον μπαμπά μου, που είχε παίξει με όλα τα παιδιά εκτός από εμένα;

Άνοιξε τα μάτια του και με βρήκε να κοιμάμαι μαζί του πάνω στο κρεββάτι με τα κατάλευκα σεντόνια. Άνοιξε τα μάτια του καλά σαν να μου έλεγε: «Τώρα ξέρεις».          Κι  εγώ που το κατάλαβα και ξύπνησα, άρχισα  να χοροπηδάω σαν τρελή, να γελάω και να  φωνάζω: « Ήρθε σου λέω! Ήρθε Πίπη μου η Δημοκρατία! Ήρθε και θα έρθει και σε μας να παίξουμε».

Ένας τεράστιος πορτοκαλί ήλιος, σαν  από ζωγραφιά, πιο μεγάλος κι από φως έκαψε τις κουρτίνες του δωματίου κι ύστερα ένας χτύπος στην πόρτα  μας διέκοψε.  Η πόρτα άνοιξε κι ο λύκος μπήκε στο δωμάτιο και στάθηκε ανάμεσα μας.